Home Θεματολόγιο Ενημερωτικά θέματα Εκκλησία Η Χριστιανική Ηθική μετά τη σάρκωση του Θεού Λόγου [2ο μέρος]

Η Χριστιανική Ηθική μετά τη σάρκωση του Θεού Λόγου [2ο μέρος]

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αλλά εκείνο που βρίσκουμε να περισσεύει πάνω άπ’ όλα στον γλυκύτατό μας Ιησούν είναι η παναγάπη Του με την οποία μας εθεράπευσε. Η ιδιοτέλεια, η πλεονεξία, το ψέμα, η υποκρισία, ο εγωϊσμός και κάθε τι που διέστρεφε το ήθος των ανθρώπων, όλα μαζί τα παρά φύσιν ελαττώματα, θεραπεύτηκαν από την ανιδιοτελή θείαν αγάπη, την οποίαν η θεία φύση του Χριστού μας μετέδωσε στην προσληφθείσαν ανθρώπινη φύση. Έτσι, μαζί με τον αληθινό Θεό αποκαλύπτεται και ο αληθινός άνθρωπος, ο «καινός», ο «κατά Θεόν κτισθείς», ο οποίος παρουσιάζεται σαν μια σύνθεση πίστεως και έργου, δηλ. αποκαλύψεως του Θεού και εν Χριστώ βιώματος.

Το χριστιανικό βίωμα, που είναι η ζωντανή αντανάκλαση της ζωής του Χριστού μας, δεν αποτελεί πια προσπάθεια τηρήσεως εξωτερικών τύπων και κανόνων, που είναι κάτι ξένο στη φύση. Αλλά, αντίθετα, ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος αβίαστα και φυσιολογικά ανταποκρίνεται στην καινούργια εν Χριστώ υπόστασή του, εφ’ όσον «όστις εις Χριστόν εβαπτίσθη, Χριστόν ενεδύθη». Η δύναμη και η μορφή της αμαρτίας, σαν παρά φύσιν ζωής, καταλύονται, γιατί όλα έγιναν, χάριτι, «καινά», έλλογα, χριστοποιημένα, φυσιολογικά, αλλά και υπέρ φύσιν.

***

Γενόμενος πλέον ο άνθρωπος «σώμα Χριστού» και «μέλος Αυτού» μετέχει ύποστατικά στην άγιότητα· έτσι ο άγιασμός που όλοι μας νοσταλγούμε δεν είναι κάτι που αγνοούμεν, αλλά κάτι που δεχόμαστε στο βάπτισμα και που, άρα, χρειάζεται φύλαξη και διατήρηση. «Ούκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των άγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. β' 19). Γι’ αυτό πρέπει, όπως λέγει ο Παύλος, «να νεκρώσωμεν τα μέλη ημών τα επί της γής» (Κολ. γ' 5), δηλ. κάθε σαρκικό και ίδιοτελές φρόνημα, διότι είμαστε τέκνα άναστάσεως. Ο Χριστός εγερθείς όντως εκ νεκρών «συνήγειρε και συνεκάθισε εν τοις επουρανίοις» και τη δική μας ανθρώπινη φύση (Εφεσ. β' 6). Αφού «συνηγέρθημεν» με τον Χριστό, «τα άνω φρονώμεν μη τα επί της γης» (Κολ. γ' 2).

Όπως ο νεκρός δεν μπορεί να μετέχει σε τίποτε από όσα τον περιβάλλουν, έτσι και ο νεκρωθείς ως προς την αμαρτία χριστιανός δεν έχει πια σχέση με την ποικιλόμορφη αμαρτία. Εμείς «συναπεθάναμεν» με τον Χριστό «συνταφέντες Αυτώ διά του βαπτίσματος»· γι’ αυτό πρέπει να «συσταυρωθώμεν» με τον Χριστό και να μη ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά να ζούμε για τον Χριστό κι’ Αυτός να ζει μέσα μας (Γαλ. β' 20). Αν λοιπόν ζει μέσα μας ο Χριστός, δεν πρέπει να μένουμε σε μια αρνητική μόνο στάση κατά της αμαρτίας, αλλά να προχωρούμε και στην υγιή πράξη, στην εργασία των θείων εντολών. «Έκκλινον από κακού —λέγει ο προφ. Δαυίδ— και ποίησον αγαθόν ζήτησον ειρήνην και δίωξον (επιδίωξε) αυτήν» (Ψαλμ. 33, 15). Εάν αυτό δεν γίνει, ώστε να παγιωθεί μέσα μας η «ενχρίστωση», η χριστοπολιτεία, η «χριστοσκέψη», η χριστοενέργεια, τότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή ο Θεός Λόγος δεν σαρκώθηκε πραγματικά και, επομένως, δεν ενώθηκε με τη δική μας φύση, ή εμείς είμαστε ανεπίδεκτοι των ενεργειών της χάριτός Του. Όμως, ο Λόγος όντως «εγένετο σάρξ», δηλ. άνθρωπος· επομένως, μόνον η δική μας κακή προαίρεση ευθύνεται για κάθε αποτυχία μας.

***

Ο ολοκληρωμένος εν Χριστώ άνθρωπος επιτυγχάνει να σηκώσει τα αίτια της διαιρέσεώς του με τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Η ανιδιοτέλεια, σαν το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατά Θεόν αγάπης, επιβάλλει την ενότητα και την αλληλοκατανόηση, γιατί η αρχή του κακού προήλθε από τον ατομισμό και την ιδιοτέλεια που διασπά την ενότητα και την αρμονία. Πηγή όλου του κακού και των συνεπειών που ακολούθησαν την πτώση είναι ο διάβολος, «ο όφις ο αρχαίος, ο πλανών την οικουμένην όλην», ο «απ’ αρχής ανθρωποκτόνος», ο οποίος «εν τη αληθεία ουχ έστηκεν..., ότι ψεύστης έστι και ο πατήρ του ψεύδους» (Αποκ. ιβ' 9) (Ιω. η' 44). Αν εξετάσουμε προσεκτικά για να βρούμε τι είναι σατανισμός, θα δούμε ότι δεν είναι άλλο από τον ατομισμό· τη φιλαυτία σ’ όλη της την έξαρση· την ιδιοτέλεια σ’ όλη της την έκταση· με λίγα λόγια την παράλογη και αρρωστημένη αγάπη στον εαυτό μας συνδυασμένη με μίσος και αποστροφή για κάθε τι που δεν είναι δικό μας. Όλες οι άλλες μορφές του κακού που προκαλούν τις δυστυχίες, τις συμφορές, τις αγωνίες και, τέλος, αυτόν τον θάνατο δεν είναι στην ουσία παρά τα αποτελέσματα του ατομισμού. Μη έχοντας δύναμη ο μακράν από τον θείο φωτισμό άνθρωπος να ακολουθήσει την οδό της αυτοθυσίας για την υποστήριξη του γενικού καλού, υποκύπτει στον πειρασμό της επιδίωξης της προσωπικής του ικανοποιήσεως και, μη μπορώντας να το πετύχει, καταφεύγει στα πιο αθέμιτα μέσα.

Δόξα λοιπόν και μεγαλοσύνη στον γλυκύτατό μας Κύριο, όπου, με την ενανθρώπισή Του, μας έδειξε και διδακτικά και πρακτικά την ενότητα και αδελφοσύνη. Σαν μέλη του Σώματός Του πρέπει να καλλιεργούμε την αγάπη σαν το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της χριστιανικής προσωπικότητάς μας, εφ’ όσον δεν πρέπει πια να ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά για Εκείνον που σταυρώθηκε και αναστήθηκε για μας και ο οποίος είναι Αγάπη.

Η ανιδιοτελής αγάπη με κανένα άλλο τρόπο δεν εκδηλούται παρά ως απομίμηση της αγάπης του Χριστού μας. «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει —λέγει ο Χριστός— ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιω. ιε' 13), πράγμα που εφάρμοσε πρώτος Εκείνος. Ο δε Παύλος δείχνοντάς μας πως εκδηλούται η κοινωνία της αγάπης γράφει: «Γινώσκετε γαρ την χάριν του Κυρίου ημών Ι. Χριστού, ότι δι’ ημάς επτώχευσε πλούσιος ων, ινα ημείς τη εκείνου πτωχεία πλουτίσητε» (Β' Κορ. η' 9). Και ολοκληρώνει ο Ιωάννης: «Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Ά Ίω. δ' 11).

Αυτή είναι η αληθινή, η ανιδιοτελής αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» (Α' Κορ. ιγ' 5). Μόνο με αυτήν είναι δυνατό «να βαστάσωμεν τα βάρη αλλήλων» και έτσι να «αναπληρώσουμε τον νόμο του Χριστού» (Γαλ. στ' 2). Το ότι είμαστε κατ’ εικόνα Θεού πλασμένοι σημαίνει ότι είμαστε δεκτικοί της Θεομιμήσεως. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος έδειξε σε μας, στην πράξη, τον τρόπο της Θεομιμήσεως. Με την μίμηση του πανάρετου βίου του Κυρίου μας ανακτούμε το κατά Θεόν ήθος που διέστρεψε η αμαρτία. Για την επιτυχία όμως του σκοπού αυτού είναι απαραίτητη η θεία Χάρις. Μόνη η πρόθεση και απόφασή μας δεν αρκεί· γι’ αυτό τόνιζε ο Κύριος ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5).


Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Site Created by Pixel Orange